Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Παιδική ψυχούλα...












''Mε την γλυκιάν αυγούλα
χαρούμενο ξυπνώ
και στέλνω προσευχούλα
θερμή στον ουρανό.

Bοήθησέ με, Θεέ μου,
να 'μαι καλό παιδί
και πάντα χάριζέ μου
χαρά και προκοπή''...


Παιδική ψυχούλα... λες και είναι ουρανός ηλιόλουστος χωρίς σύννεφα...λες και στο προσωπάκι τους βλέπεις την μορφή Του...ψυχούλες αθώες και γαλήνιες λες και είναι μια απέραντη αγκαλιά αγάπης...σε κάνουν να ξεχνάς κάθε στεναχώρια της καθημερινότητας γιατί σε 'παρασύρουν' με την νηφαλιότητα της καρδούλας τους σε μονοπάτια χαράς. Σε κοιτάνε επίμονα με χαμόγελο, με μια αγαθή διάθεση και επιζητούν να τα αγκαλιάσεις γιατί αυτό που καταλαβαίνουν είναι ότι τα χέρια, μας τα έδωσε ο Θεός για να αγκαλιάζουμε...για να εκφράζουμε την αγάπη μας...δεν θέλουν πολλά λόγια...τα λόγια χτυπάνε στα αυτιά ενώ η προσευχή στην καρδιά. Κάθε τους ανάσα μια γλυκιά μελωδία και κάθε κτύπος της καρδούλας τους ευχή αγάπης..έτσι απλά...γιατί δεν έχουν διχασμούς...γιατί έχουν απλότητα στην καρδία...


'' Η βασιλεία του Θεού έχει πόρτα χαμηλή. Για να μπεις μέσα ή πρεπει να σκύψεις ή πρεπει να είσαι παιδί΄΄
Ιερός Αυγουστίνος

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Το μονοπάτι της ζωής μας...

Κάθε άνθρωπος έχει ένα μονοπάτι...





''Είναι όλα ένα εκθαμβωτικό ελπιδοφόρο, μυστικό ραβασάκι. Είναι μια ερωτική επιστολή που σου αφήνει ο Θεός, για να έρθεις κοντά Του, πολύ κοντά Του.''






''Η ζωή μου είναι ένα ταξίδι. Από μικρός ένιωθα πως ο κόσμος είναι μια γειτονιά. Το ταξίδι είναι αναζήτηση χαράς. Η συνάντηση με τον άλλον είναι ουσιαστικά συνάντηση με τον εαυτό σου.''






''Που μπορεί να φτάσει κανείς ταξιδεύοντας;
Μέχρι την ομορφότερη χώρα που είναι μέσα μας. Ταξιδεύω μακριά και όντας μέσα στο κελί. Το ταξίδι δεν έχει να κάνει τόσο με την μετακίνηση όσο με την αγάπη της καρδιάς. Βέβαια το καλύτερο ταξίδι γίνεται με ιπτάμενο χαλί. Πάντα μπρος!
Τα πάντα είναι μπροστά μας, ακόμα και το παρελθόν, αρκεί να είμαστε διαθέσιμοι.''







''κάθε άνθρωπος έχει ένα μονοπάτι........
όμως μη φοβάσαι, πέσε στο κενό για να υπάρχει λόγος να σε κρατήσει στην αγκαλιά του ο Θεός΄΄



Πάτερ Συμεών Ντε Λα Χάρα

Ο ποιητής μοναχός - από τη Λίμα του Περού στο Άγιο Όρος.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

O Γέροντας...







Κάτσε εκεί στη γωνιά και μιλιά μη βγάζεις!
Μια ιστορία θα σου πω μήπως και πάψεις να γκρινιάζεις! Μήπως φύγει η ειρωνία που ζωγράφισες στα μούτρα σου...Και νιώσεις άνθρωπος...και ανοίξει η κούτρα σου.
Ρε κάτσε κάτω σου λέω! Κάτσε και βούλωσέ το!
Αφού τελειώσω πάρτο όπου πας και ξέχασέ το.
Πούλησε το, μοίρασε το, αγνόησε το.
Εγώ έζησα εδώ μέσα κι εσύ ζεις εκεί, σε βλέπω.
Αρχίζω!...βαθιά ανάσα μη σκοντάψω στις λέξεις.
Βάζω τον ήρωα εγώ, την εποχή εσύ θα διαλέξεις.
Kάπου σε μια καλύβα στις φωτιάς τα μέρη,
Ζούσε ένας γέροντας που κουβαλούσε ένα άσπρο πανέρι.
Μέσα είχε βάλει και πουλούσε ευχές,
Που ‘χαν ξεμείνει στους ανθρώπους απ’ τα χθες.
Έτσι γυρνούσε ολημερίς σε χωριά και σοκκάκια,
Κουβαλώντας τη παράξενη πραγμάτια.
Εκεί τον είδε λοιπόν...ένας κουφός και του έγνεψε.
Έψαχνε ελπίδα λες και η τύχη του στέρεψε.
Έβγαλε δυο ευχές απ’ το πανέρι, τις άνοιξε κι έλαμψε!
Έκανε πίσω...κρύφτηκε κι έκλαψε...
Λίγο πιο κάτω τον άκουσε μια κοπέλα τυφλή ,
Καθισμένη σ΄ ένα βράχο, παρέα μ΄ ένα σκυλί.
Τον παρακάλεσε να βγάλει δυο ευχές ν΄ αγοράσει.
Κι αν είναι εύκολο σιγά να τις διαβάσει.
Έτσι κι έγινε...άκουγε κι έσφιγγε το στόμα της!
Σαν να ζαλίστηκε κι έχασε το χρώμα της!
Είπε στο γέροντα που διάβαζε να πάψει...
Σφιγγόταν τόσο...για να μην κλάψει.
Λίγο πιο πέρα...τον φώναξε ένας έμπορος.
Γελαστός, καλοστεκούμενος και εύπορος.
Έβγαλε ένα πουγκί και πήρε το μισό πανέρι!
Πρέπει να διάβαζε ευχές όλο το μεσημέρι!
Γιατί τον βρήκαμε λιπόθυμο αργότερα στην άκρη
Και η κόρη του έλεγε πως δεν του έμεινε δάκρυ!
Έτσι κι ο γέροντας...βάζοντας κάτω το κεφάλι,
Ένιωσε άσχημα...πρώτη φορά ντροπή μεγάλη!
Άφησε κάτω τα λεφτά και μάζεψε όλα τα χαρτιά.
Τα ΄βαλε μες στο πανέρι κι αφού άναψε φωτιά...
Δεν μπορούσε να ξεχάσει όλες τούτες τις στιγμές...
Σαν να πλήρωσαν για να πάρουν τις παλιές τους ευχές.
Έκανε τα πίσω μπρος και ασπροντυμένος ο ουρανός του τραγουδούσε πόσο ήταν τυχερός.
Που είχε στα μάτια του όλα όσα πέρασε...που τα κατάφερε... και γέρασε...
Κι αν γελώ είναι που ξέρω το δρόμο μου και πάω...
Κι αν ρωτώ ...είναι για κείνα που ήξερα και ξέχασα...
Κι αν θα βρω...όλα όσα νοιάζομαι και αγαπάω...
Θα μπορώ...να λέω σε όλους...
‘‘τα κατάφερα...γέρασα...κι όμορφα πέρασα...’’

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

To ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι


(ανέκδοτο παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά)

Ήταν κάποτε ένας ποντικούλης που το λέγανε Τρωκτικούλη.
Ο Τρωκτικούλης ο ποντικούλης κάθε φορά που έβλεπε τα αστεράκια στον ουρανό, ήθελε να τα αγγίξει.

- Παππού - έλεγε στον παππού του - σήκωσέ με σε παρακαλώ στα χέρια σου για να αγγίξω ένα αστεράκι.

- Δεν γίνεται αυτό που ζητάς εγγονάκι μου απαντούσε ο παππούς του. Τα αστεράκια είναι πάρα πολύ ψηλά. Δεν είναι καθόλου εύκολο να τα αγγίξει κανείς.

- Μα γιατί είναι τόσο ψηλά παππού;

- Είναι τόσο ψηλά για να μην τα αγγίζουνε τα ποντικάκια και λερώνεται η ασημόσκονή τους.

- Εγώ όμως παππού μια μέρα, να το δεις, θα αγγίξω ένα αστεράκι. Αλλά προτού το αγγίξω, θα πλύνω καλά- καλά τα χεράκια μου για να μην λερώσω την ασημόσκονη του.

Και τι δεν έκανε ο Τρωκτικούλης για να αγγίξει ένα αστεράκι. Έπαιρνε φόρα και πηδούσε με όλη του την δύναμη όσο πιο ψηλά μπορούσε. Σκαρφάλωνε σε σκουπόξυλα. Σκαρφάλωνε σε τηλεγραφόξυλα. Σκαρφάλωνε σε κεραίες τηλεόρασης. Σκαρφάλωνε σε καμπαναριά. Τίποτα όμως. Όσο και να προσπαθούσε δεν κατάφερνε να αγγίξει ένα αστεράκι.

- Ίσως είχε δίκιο ο παπούλης σκεφτόταν - Ίσως να μην αγγίξω ποτέ στην ζωή μου αστεράκι. Αλλά πάλι, το θέλω τόσο πολύ, που -ποιος ξέρει- ίσως κάποια μέρα να τα καταφέρω.

- Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι μήνες ώσπου ένα Χριστουγεννιάτικο βράδυ βγήκε ο Τρωκτικούλης από την ποντικότρυπα του και τι να δει; Ένα στολισμένο έλατο στην μέση του σαλονιού και στην κορφή του ελάτου ένα ασημένιο αστεράκι.

Ο Τρωκτικούλης, έτριψε τα μάτια του σαστισμένος, έκανε πέντε τούμπες από τη χαρά του, έκανε μπροστά, έκανε πίσω και έτρεξε στην ποντικοφωλιά του.

- Παππού! παππού! Έλα να δεις! ένα δέντρο φύτρωσε στη μέση του σαλονιού και στην κορυφή του έχει ένα αστεράκι.

- Είσαι σίγουρος εγγονάκι μου.

- Άμα σου λέω παππού! Θα το αγγίξω. Δεν μου ξεφεύγει! θα το αγγίξω.

Έτσι λοιπόν ο τρωκτικούλης έπλυνε τα χέρια του και για καλό και για κακό σαπούνισε τα ποδαράκια του και τα μουστάκια του και την ουρίτσα του και άρχισε να σκαρφαλώνει στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε.

Εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ξύλινο στρατιωτάκι. Φορούσε φανταχτερή στολή και στην μέση του είχε ζωσμένο ένα σπαθί.

- Γεια σου ποντικάκι - του είπε το στρατιωτάκι - Για πού το'βαλες;

- Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι

- Αστεράκι; Τι νόημα έχει να αγγίξεις ένα αστεράκι; - είπε το στρατιωτάκι - Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ καλύτερο.

- Δηλαδή;

- Να γίνεις και συ στρατιώτης - Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί στη βάση του δέντρου; Εκεί μέσα βρίσκονται άλλα δώδεκα στρατιωτάκια. Θα κάνουμε ένα στρατό και θα κατακτήσουμε όλο το σπίτι, θα κυριεύσουμε το μπάνιο. Θα λεηλατήσουμε την κουζίνα και ποιος ξέρει; Μπορεί να βρούμε κανέναν άλλο στρατό και να τον κατατροπώσουμε. Μετά θα κατακτήσουμε και τον υπόλοιπο κόσμο. Θα είσαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι θα σε τρέμουνε.

- Δεν θέλω να είμαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι να με τρέμουνε.

- Τι θέλεις;

- Να αγγίξω ένα αστεράκι.

Έτσι ο Τρωκτικούλης συνέχισε να σκαρφαλώνει.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε -σκαρφάλωνε κι εκεί που σκαρφάλωνε, συνάντησε μια κουκλίτσα. Ήταν η πιο όμορφη κουκλίτσα που είχε δει ποτέ του. Είχε ολόξανθα μαλλιά και γαλάζια φουστίτσα.

- Γεια σου ποντικάκι - του είπε η κουκλίτσα - για πού τόβαλες;

- Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

- Και τι θα καταλάβεις να αγγίξεις ένα αστεράκι; είπε η κουκλίτσα - Ενώ αν αγγίξεις εμένα, αν με αγκαλιάσεις, αν με φιλήσεις, αν με αγαπήσεις - ποιος ξέρει - μπορεί να σε αγαπήσω κι εγώ. Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το ροζ περιτύλιγμα και την βυσσινιά κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται ένα πανέμορφο κουκλόσπιτο, με λουλουδένια ταπετσαρία στη κρεβατοκάμαρα και μικρούλικα σερβίτσια στην τραπεζαρία. Θα ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι και θα σου τηγανίζω κάθε μέρα τυροπιτάκια και την Κυριακή θα πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

- Δεν θέλω να ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι ούτε να μου τηγανίζεις κάθε μέρα τυροπιτάκια ούτε την Κυριακή να πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

- Τι θέλεις;

- Να αγγίξω ένα αστεράκι.

- Καλά. Κάνε του κεφαλιού σου να δούμε τι θα καταλάβεις, είπε η κουκλίτσα.

Έτσι το ποντικάκι συνέχισε να σκαρφαλώνει.

- Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε και εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ναυτάκι.

- Γεια σου ποντικάκι - του είπε το ναυτάκι - Για πού το' βαλες;

- Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

- Αστεράκι; Ποιος ο λόγος να αγγίξεις ένα αστεράκι; Γιατί να χάνεις τον πολύτιμο χρόνο σου με αστεράκια; -είπε το ναυτάκι - Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ -πολύ - πολύ μα πάρα πολύ καλύτερο.

- Τι;

- Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το θαλασσί περιτύλιγμα και την μπλε κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται μια μπουκάλα που έχει μέσα ένα καραβάκι. Θα σπάσουμε την μπουκάλα, θα κλέψουμε το καραβάκι θα πάμε στο πιο κοντινό ρυάκι και θα σαλπάρουμε. Έχω εδώ στην τσέπη ένα χάρτη θησαυρών. Θα βγούμε στον ωκεανό και θα βρούμε τον θησαυρό. Εκατό ροζ ρουμπίνια μεγάλα σαν καρύδια και χίλια πράσινα σμαράγδια μεγάλα σαν αμύγδαλα. θα είσαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, όλοι θα σου κάνουν υποκλίσεις και θα ζεις σε ένα τυριόροφο σπίτι.

- Δεν θέλω να είμαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου ούτε όλοι να μου κάνουν υποκλίσεις ούτε να ζω σε ένα τυριόροφο σπίτι, είπε το ποντικάκι.

- Τι θέλεις;

- Να αγγίξω ένα αστεράκι - Πως το λένε ρε παιδιά; - Θέλω να αγγίξω ένα αστεράκι. Ένα αστεράκι. Δεν θέλω ούτε να γίνω δοξασμένος στρατιώτης ποντικός, ούτε να μου τηγανίζουν τυροπιτάκια, ούτε, ούτε να μου κάνουν υποκλίσεις. Ένα αστεράκι θέλω ν' αγγίξω κι εγώ. Πως το λένε; Ένα αστεράκι.

- Καλά ντε μη φωνάζεις. Εσύ θα το μετανιώσεις... είπε το ναυτάκι

Έτσι το ποντικάκι συνέχισε ν' ανεβαίνει, να ανεβαίνει να ανεβαίνει, ώσπου έφτασε στην κορυφή του ελάτου.
Εκεί αντίκρισε το πιο όμορφο αστεράκι που είχε δει ποτέ του Φεγγοβολούσε και το έλουζε σε μια μαλαματένια λάμψη. Το ποντικάκι άπλωσε δειλά -δειλά το χεράκι του που το είχε πλύνει οχτώ φορές και τ άγγιξε. Το αστεράκι λες και ανάσανε. Έγινε ακόμα πιο ασημένιο, πιο ζεστό, πιο λαμπερό. Λες και το αγκάλιασε η φεγγοβολιά του, λες και το χάιδεψαν απαλά οι φωτεινές αχτίνες του με την πιο γλυκιά θαλπωρή που μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Το ποντικάκι αισθάνθηκε τόσο μα τόσο ευτυχισμένο. Τα μουστάκια του έτρεμαν. Τα ποδαράκια του έτρεμαν. Η ουρίτσα του έτρεμε. Έτρεμε ολόκληρο από τη χαρά του. Έτρεμε τόσο πολύ που έχασε την ισορροπία του, έπεσε από το δέντρο και βρέθηκε ανάσκελα στο παχύ χαλί.

Μόλις σηκώθηκε έτρεξε αμέσως στην ποντικότρυπα για να πει τα νέα στον παππού του.

- Παππού... παππού... Το άγγιξα.

- Ποιο άγγιξες εγγονάκι μου;

- Το αστεράκι! Το άγγιξα το αστεράκι!

- Μπράβο εγγονάκι μου - καμάρωσε ο παππούς. Είσαι το πρώτο ποντικάκι στην οικογένειά μας που αγγίζει αστεράκι. -Θα χουμε να το λέμε...

Μετά το ποντικάκι βγήκε από την ποντικότρυπα και έτρεξε γρήγορα-γρήγορα να δει πάλι το αστεράκι που είχε αγγίξει.

Αλλά στο μεταξύ είχε γίνει μια βλάβη του ηλεκτρικού και το αστεράκι είχε σβήσει.

- Φαίνεται ότι θα γύρισε πάλι ξανά στον ουρανό! σκέφτηκε το ποντικάκι.

Φόρεσε το παλτουδάκι του βγήκε στον κήπο και σήκωσε τα μάτια του ψηλά.

Χιλιάδες, μυριάδες αστέρια στραφτάλιζαν στο απέραντο στερέωμα...

Το ποντικάκι τα αγκάλιασε όλα με το βλέμμα του.

- Ποιο άραγε να είναι αυτό που άγγιξα; αναρωτήθηκε.

Τώρα όμως που είχε αγγίξει ένα αστεράκι ένοιωθε μια μεγάλη αυτοπεποίθηση.

- Υπάρχουν χιλιάδες ακόμα αστεράκια για να αγγίξω - σκέφτηκε.
- Αλλά αφού τα κατάφερα μια φορά, σίγουρα θα τα ξανακαταφέρω... Θα τ' αγγίξω όλα...

Κι εκεί ανάμεσα στα χιλιάδες αστέρια ένα μικρό αστεράκι τρεμόσβηνε λες και του'κλεινε το μάτι, λες και το έλεγε.

- Ναι μικρό μου ποντικάκι... Κάποια μέρα θα τ'αγγίξεις όλα...

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Κουβαλώντας το Σταυρό μας...
















Awesome!! We complain about the cross we bear,
but don't realise it is preparing us for the dip in the road God can see and we can't.

Whatever your cross, whatever your pain,
there will always be sunshine, after the rain...

Perhaps you may stumble, perhaps even fall;
But God's ready, to answer your call...

He knows every heartache, sees every tear,
a word from His lips, can calm every fear...

Your sorrows may linger, throughout the night,
But suddenly vanish, dawn's early light...

The Saviour is waiting, somewhere above,
to give you His grace, and send you His love...

God promises a safe landing, not a calm passage.


Mετάφραση

Μοναδικό!! Διαμαρτυρόμαστε για το σταυρό που κουβαλάμε, αλλα δεν συνειδητοποιούμε ότι ο Θεός είναι μαζί μας στο πλευρό μας και μας προετοιμάζει για το μονοπάτι της ζωής που εμείς δεν βλέπουμε αλλά Αυτός βλέπει.

Όποιος κι αν είναι ο σταυρός σας, όσος κι αν είναι ο πόνο σας,
πάντα θα υπάρχει ηλιοφάνεια, μετά τη βροχή...

Μπορεί και να σκοντάψετε,ίσως και να πέσετε,
Αλλά ο Θεός είναι πάντα έτοιμος να ανταποκριθεί στο κάλεσμά σας...

Γνωρίζει κάθε κτύπο της καρδιάς μας, βλέπει κάθε μας δάκρυ,
μια λέξη από τα χείλη Του, καταλαγιάζει κάθε μας φόβο...

Οι λύπες μπορεί να διαρκούν καθ' όλη τη νύχτα,
αλλα ξαφνικά σβήνουν, νωρίς με το φως της αυγής...

Ο Σωτήρας περιμένει κάπου επάνω,
να μας σκεπάσει με τη Χάρη Του και να μας δώσει την αγάπη Του...

Ο Θεός υπόσχεται ασφαλή προσγείωση, όχι ήρεμο πέρασμα.